Πέμπτη, 24 Ιανουαρίου 2008

(άτιτλο)



Μια φορά, πάει καιρός, ίσως και χρόνια, εγώ έβλεπα διαφορετικά τα πράγματα απ’ τους ανθρώπους!

Όλοι τον έβλεπαν ως είχε και ‘γω τον έβλεπα ως άγγελο.

Με ρούχα αεράτα, λινά και λευκά,

ακόμα κι όταν φόραγε εκείνο το ξεβαμμένο πράσινο σαλβάρι απ’ το Μοναστηράκι.

Με μακριά ξανθά μαλλιά αψεγάδιαστα

ακόμα κι όταν είχαν φύκια απ’ τη θάλασσα.

Και τα φτερά του!

Αυτά σίγουρα μόνο εγώ τα έβλεπα!

Κι έτσι όπως πέρναγαν τα καλοκαίρια μας

όλο και τον ανέβαζα πιο ψηλά.

Όμως, επίσης, πάλι δεν τον έφτανα!

Όσο κι αν σήκωνα τα χέρια κι ας στεκόμουν

στις μύτες των ξυπόλυτων ποδιών μου.

Ο περισσότερος χρόνος μας σπαταλήθηκε τα βράδια.

Κι έτσι σκοτεινά που ήταν κι εκείνος τόσο ψηλά,

δεν τον έβλεπα.

Έμειναν μόνο τ’ αστέρια να φαίνονται!

Βλέπεις, κι εγώ δεν ήξερα…

έτσι τον ανέβαζα ψηλά ακόμα κι όταν δεν τον έβλεπα!

Ένα απόγευμα ζαλίστηκε απ΄ τον ήλιο,

τόσο ψηλά που ήταν,

κι έπεσε σε μια λακούβα.

Τα φτερά έσπασαν,

τα μαλλιά του ανακατεύτηκαν

και τα ρούχα του λασπώθηκαν.

Έτσι και ‘γω δεν τον γνώριζα πια

και το μόνο που έμεινε να θυμάμαι είναι τα άστρα.

Τόσα βράδια που τον έψαχνα,

ανάμεσα τους να τον βρω… τα ‘μαθα!

Έτσι μόνο αυτά έχω να θυμάμαι πια.



16 / 6 /έτος όχι και τόσο σωτήριον...

3 σχόλια:

Touristria είπε...

Επιτέλους!!!!!!!!!!!!! Μέχρι να τον ρίξεις σε αυτή την λακούβα τα είδαμε όλα!
Απο τα καλύτερά σου κείμενα! :)

Σελήνη είπε...

ελπίζω μόνο να μην ξαναβγεί...
βλέπεις έχει κάνει μερικές προσπάθειες από τότε που το έγραψα αυτό...
εμπρός για καλύτερες μέρες και την λακούβα να μένει στη θέση της!!!!
thanx xri! για όλα....
;)

Touristria είπε...

Αν εμφανίσει χεράκι στην ασφαλτο ξαναρίξτον στο χαντάκι ;)